[ Δυο λόγια, που τα θεωρώ χρήσιμα, καθώς φθάσαμε στην ανάρτηση 27, όπου πλέον εισήλθαμε και πλέουμε σε βαθιά και «αταξίδευτα νερά», που εδώ και ο αναγνώστης εύλογα ίσως να δυσκολεύεται να παρακολουθήσει και να αφομοιώσει… μη νοώντας την αιτία που συμβαίνει η αλλαγή της πλεύσης και όπου πρέπει να γίνει μια καθαρή μετατόπιση, όχι απαραίτητα προς τη λύση, αλλά προς την αποκάλυψη του μηχανισμού που κινεί τα γεγονότα… Η προηγούμενη ανάρτηση έκλεισε με τη μεταβολή του χώρου __ τώρα χρειάζεται να δώσουμε στην Ερατώ την πρώτη πραγματική εμπειρία αυτού που «κουβαλά μέσα της». Και η «βάσανος» πρέπει να υπάρξει για να γαλουχηθεί, να εμπεδώσει και να καταλάβει όλη την γεωμετρία της πορείας προς την Πύλη της Αλήθειας που οδηγεί στον Αληθινό κόσμο και το ασφαλές μονοπάτι που αν το διαβεί τότε δεν κινδυνεύει να επιστρέψει ξανά στο σκοτάδι… και πάλι δυο βήματα από τον Άδη… όπως εύστοχα αναφέρει και στο τραγούδι της…. Που σε ανύποπτη στιγμή και χωρίς να το καταλάβει εκείνη τη στιγμή τραγούδησε… Και πως αν αποτύχει τώρα και «επιστρέψει πίσω» τότε δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία και πλέον μοιραία όπως όλοι οι άλλοι θα έχει να αντιμετωπίσει στον μελλοντικό της θάνατο το «τούνελ των ψυχών», αυτή την εγκληματική και απροσπέλαστη σατανική παγίδα που 99,9 % η «μετενσαρκωμένη επιστροφή» της είναι μαθηματικά βέβαιη….. Και είναι Άγνωστο εάν θα συναντήσει ή όχι και πάλι τον Ιοθώρ για να την βοηθήσει……! ]
*********************************************************************************************
Κείμενο (Η μετάλλαξη προς την αποκάλυψη/ ολοκλήρωση…)
Ο χώρος δεν άλλαζε όπως αλλάζει ένα τοπίο όταν το κοιτάς μέσα από νερό. Δεν υπήρχε παραμόρφωση, ούτε θόλωση. Ήταν σαν να ξεδιπλωνόταν ένα δεύτερο στρώμα πραγματικότητας, που πάντα βρισκόταν εκεί, απλώς μέχρι τώρα δεν είχε λόγο να φανερωθεί.
Η Ερατώ ένιωσε το έδαφος κάτω από τα πόδια της να γίνεται πιο σταθερό, όχι σαν πέτρα, αλλά σαν κάτι που την αναγνώριζε. Σαν να την υποδεχόταν. Ο Ιοθώρ στεκόταν δίπλα της, αλλά η παρουσία του είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια ο οδηγός· ήταν ο μάρτυρας.
>>> Μην προσπαθήσεις να το ερμηνεύσεις, της είπε… Άφησέ το να σε δει πρώτα...
Η Ερατώ πήρε μια αργή ανάσα. Μπροστά της, ο αέρας άρχισε να πυκνώνει, να αποκτά μια σχεδόν χρυσή υφή. Δεν ήταν φως — ήταν μνήμη… Μνήμη που δεν ανήκε σε κανέναν άνθρωπο.
Και τότε, μέσα από αυτή την πυκνότητα, άρχισαν να σχηματίζονται μορφές… Όχι ανθρώπινες, όχι ζώα, όχι σύμβολα. Ήταν σαν αποτυπώματα κινήσεων, σαν ίχνη από κάτι που είχε υπάρξει και τώρα επέστρεφε για να δηλώσει την παρουσία του…
Η Ερατώ ένιωσε ένα γνώριμο κάψιμο στο στέρνο της. Το είχε νιώσει και παλαιότερα, σε στιγμές που δεν είχε καταλάβει. Τώρα όμως το αναγνώριζε… ήταν η ίδια ενέργεια που την είχε οδηγήσει ως εδώ, η ίδια που την είχε κάνει να ακούει πράγματα που οι άλλοι δεν άκουγαν.
>>> Αυτό… είναι δικό μου ?… ψιθύρισε.
Ο Ιοθώρ δεν απάντησε αμέσως. Την κοίταξε με εκείνη τη βαθιά, σχεδόν διαφανή σοβαρότητα που είχε μόνο όταν μιλούσε για κάτι που ξεπερνούσε και τον ίδιο.
>>> Είναι αυτό που ήσουν πριν γίνεις αυτό που είσαι, είπε τελικά. Και αυτό που θα γίνεις, αν το αντέξεις…..
Η χρυσή πυκνότητα άρχισε να πάλλεται, σαν να ανταποκρινόταν στα λόγια του. Η Ερατώ ένιωσε την καρδιά της να συγχρονίζεται με τον παλμό. Δεν ήταν φόβος. Ήταν η αίσθηση ότι βρισκόταν μπροστά σε κάτι που δεν ζητούσε πίστη, αλλά αναγνώριση.
Και τότε, από το κέντρο της χρυσής δίνης, ξεπήδησε μια φράση — όχι με ήχο, αλλά με καθαρή, αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα:
«Επέστρεψες.»
Η Ερατώ ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν. Όχι από αδυναμία, αλλά από το βάρος της αλήθειας που μόλις άγγιξε.
Ο Ιοθώρ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, όχι για να τη στηρίξει, αλλά για να σταθεί δίπλα της.
«Τώρα αρχίζει», είπε.
Και ο χώρος γύρω τους άνοιξε σαν βλέφαρο που ξυπνά.
Ο χώρος που άνοιξε μπροστά τους δεν είχε γεωμετρία. Δεν ήταν δωμάτιο, ούτε τοπίο, ούτε άβυσσος. Ήταν σαν να βρίσκονταν μέσα σε μια σκέψη που δεν είχε ακόμη αποφασίσει το σχήμα της. Η χρυσή πυκνότητα είχε υποχωρήσει, αλλά ο παλμός της παρέμενε — όχι γύρω τους, αλλά μέσα στην Ερατώ.
Ένιωθε την καρδιά της να χτυπά διαφορετικά, σαν να είχε αποκτήσει δεύτερο ρυθμό, έναν βαθύτερο, αρχαιότερο. Ο Ιοθώρ την παρατηρούσε χωρίς να μιλά. Ήξερε ότι αυτή η στιγμή δεν του ανήκε.
Μπροστά τους, μια λεπτή γραμμή φωτός άρχισε να σχηματίζεται. Ήταν τόσο λεπτή που έμοιαζε με ράγισμα στο ίδιο το σκοτάδι. Η Ερατώ ένιωσε το βλέμμα της να τραβιέται προς τα εκεί, σαν κάτι μέσα της να αναγνώριζε αυτό το ράγισμα ως δικό της έργο.
>>> Μην το φοβηθείς, είπε ο Ιοθώρ, αλλά η φωνή του ακουγόταν μακρινή, σαν να μιλούσε μέσα από νερό….
Η γραμμή φωτός άρχισε να ανοίγει, όχι σαν πόρτα, αλλά σαν πληγή που θεραπεύεται αντί να αιμορραγεί. Από μέσα δεν ξεπήδησε φως — ξεπήδησε σιωπή. Μια σιωπή τόσο πυκνή που έκανε τον αέρα να βαραίνει.
Και τότε η Ερατώ άκουσε κάτι. Όχι λέξη. Ούτε ήχος. Ήταν σαν μια ανάσα που δεν ανήκε σε κανένα σώμα.
«Δεν επέστρεψες μόνη.»
Η Ερατώ ένιωσε το δέρμα της να ανατριχιάζει. Η φράση δεν είχε κατεύθυνση· δεν προερχόταν από μπροστά, ούτε από πίσω, ούτε από μέσα της. Ήταν παντού….
Ο Ιοθώρ έσφιξε τα χείλη του. Για πρώτη φορά, η έκφρασή του είχε κάτι που έμοιαζε με ανησυχία.
>>> Το περίμενα, είπε χαμηλά… Αλλά όχι τόσο νωρίς….
Η Ερατώ γύρισε προς το μέρος του.
>>> Τι σημαίνει αυτό ? Ποιος… ή τι… μιλά ?...
Ο Ιοθώρ πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να ετοιμαζόταν να πει κάτι που δεν επιτρεπόταν να ειπωθεί.
>>> Δεν είναι φωνή, είπε. Είναι παρουσία. Και αν σε αναγνωρίζει ήδη… τότε δεν έχουμε πολύ χρόνο…..
Η γραμμή φωτός άρχισε να πάλλεται, σαν να ανταποκρινόταν στα λόγια του. Η Ερατώ ένιωσε τον δεύτερο ρυθμό της καρδιάς της να δυναμώνει, να συγχρονίζεται με τον παλμό του ραγίσματος….
Και τότε, μέσα από το άνοιγμα, άρχισε να σχηματίζεται μια μορφή… Όχι ανθρώπινη. Ούτε υλική. Ήταν σαν σκιά που είχε μάθει να μιμείται το φως…..
Η Ερατώ δεν έκανε πίσω… Κάτι μέσα της ήξερε, ότι αυτό που ερχόταν δεν ήταν ξένο.
Ήταν ο λόγος που είχε φτάσει ως εδώ…..
Η μορφή που αναδυόταν μέσα από το ράγισμα δεν είχε ακόμη σχήμα. Έμοιαζε με σκιά που προσπαθούσε να θυμηθεί πώς είναι το φως. Κάθε της κίνηση άφηνε πίσω της ένα ίχνος, σαν να δοκίμαζε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της πριν αποφασίσει ποια της ταιριάζει.
Η Ερατώ ένιωσε τον αέρα να αλλάζει θερμοκρασία. Όχι να κρυώνει ή να ζεσταίνεται — να αποκτά μια ποιότητα που δεν είχε όνομα. Ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά σε κάτι που δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα γίνει υλικό.
Ο Ιοθώρ στάθηκε μισό βήμα πίσω. Όχι από φόβο, αλλά από σεβασμό. Η στιγμή δεν του ανήκε.
Η μορφή σταθεροποιήθηκε για μια στιγμή, σαν να την είχε αγγίξει μια αόρατη απόφαση. Και τότε, χωρίς να ακουστεί ήχος, χωρίς να υπάρξει κίνηση, η Ερατώ ένιωσε μια φράση να σχηματίζεται μέσα της:
«Με θυμάσαι.»
Δεν ήταν ερώτηση. Ήταν διαπίστωση. Μια διαπίστωση που την έκανε να ανατριχιάσει από την κορυφή ως τα νύχια.
>>> Δεν… δεν ξέρω τι είσαι, ψιθύρισε….
Η μορφή άρχισε να αποκτά περίγραμμα. Όχι ανθρώπινο, όχι ζώου, όχι κάτι αναγνωρίσιμο. Ήταν σαν να σχηματιζόταν από την ίδια την ιδέα της παρουσίας.
Και τότε η φράση επανήλθε, πιο καθαρή, πιο βαθιά:
«Δεν με θυμάσαι με το μυαλό. Με θυμάσαι με αυτό που ήσουν.»
Η Ερατώ ένιωσε την καρδιά της να χτυπά με τον διπλό ρυθμό που είχε αρχίσει πριν από λίγο. Ο δεύτερος παλμός δυνάμωνε, σαν να ανταποκρινόταν στη μορφή.
Ο Ιοθώρ μίλησε χαμηλά, σχεδόν με δισταγμό.
>>> Αν σε αναγνωρίζει έτσι… τότε η σύνδεση δεν είναι πρόσφατη. Είναι αρχαία …..
Η μορφή στράφηκε προς εκείνον. Δεν είχε μάτια, αλλά η Ερατώ ένιωσε την προσοχή της να μετατοπίζεται.
Και τότε, για πρώτη φορά, η παρουσία μίλησε με τρόπο που έμοιαζε με φωνή — όχι ανθρώπινη, αλλά μελωδική, σαν απόηχος από κάτι που είχε υπάρξει πριν από τον χρόνο.
«Δεν μιλώ σε εσένα, Ιοθώρ.»
Ο Ιοθώρ έγνεψε, σαν να το περίμενε.
Η μορφή στράφηκε ξανά προς την Ερατώ. Το περίγραμμά της άρχισε να σταθεροποιείται, σαν να αποφάσιζε να πάρει σχήμα μόνο για εκείνη.
«Ήρθα γιατί με κάλεσες», είπε.
Η Ερατώ ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
>>> Εγώ ?... Πότε ?.....
Η μορφή άφησε έναν παλμό φωτός να διαχυθεί γύρω της. Ήταν απαλός, αλλά είχε το βάρος μιας αλήθειας που δεν χωρούσε αμφιβολία.
«Όταν άρχισες να θυμάσαι αυτό που δεν έπρεπε να ξεχάσεις.»
Η Ερατώ ένιωσε το σώμα της να βαραίνει. Όχι από φόβο — από αναγνώριση. Από κάτι που ξυπνούσε μέσα της και δεν είχε ακόμη όνομα.
Ο Ιοθώρ έκανε ένα βήμα μπροστά, προσεκτικά.
>>> Πρέπει να της πεις ποιος είσαι, είπε.
Η μορφή έμεινε ακίνητη για μια στιγμή. Και τότε, με μια απλότητα που έκανε τον χώρο να παγώσει, απάντησε:
«Είμαι αυτό που άφησες πίσω σου για να μπορέσεις να γεννηθείς.»
Η Ερατώ ένιωσε τον κόσμο να γέρνει.
Και η αλήθεια άρχισε να πλησιάζει. !.....
(συνεχίζεται…..)
Νίκος Στυλιανού







στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.




