Μετά από την τελευταία επαφή που είχα με τον Ιοθώρ και την Ερατώ, τους έχασα και τους δύο για κάποιο χρονικό διάστημα… και μετά τα όσα είχε πει ο Ιοθώρ - πως,… < Η Ερατώ είναι πλέον ο καιρός να «ανέβει επίπεδο», να «μάθει», να «γνωρίσει» και να «μυηθεί» την Πραγματική Αλήθεια.. και πως τώρα είναι ευκολότερο που φέρει πλέον και την «προστασία» Του Θείου Ουριήλ !.... Και σε αυτό έπρεπε πλέον να επικεντρωθεί γιατί ο χρόνος τελειώνει !...> Το συνέδεσα λοιπόν με όσα είπε και θεώρησα καλό να μην τους ενοχλήσω. Έως σήμερα πλέον που έλαβα την κλήση να βρεθούμε…
Και σήμερα η μέρα ήταν κάπως παράξενη… Κάπως διαφορετική… Φαινόταν καθαρά κάποια αλλαγή…
Η Ερατώ φαινόταν πως πάλευε με κάτι άγνωστο μέσα της. Κάτι που λες ότι προσπαθούσε να το μετατοπίσει και να το βάλλει στη σωστή του θέση, ένιωσε για πρώτη φορά πως ο αέρας γύρω της δεν ήταν απλώς άνεμος, αλλά μια μνήμη που την άγγιζε. Σαν να την αναγνώριζε. Σαν να της ψιθύριζε ότι τίποτα από όσα είχε ζήσει δεν ήταν τυχαίο — ούτε οι συναντήσεις, ούτε οι απουσίες, ούτε οι σιωπές που την είχαν διαμορφώσει περισσότερο από τα λόγια.
Ο Ιοθώρ την παρατηρούσε χωρίς να μιλά. Δεν υπήρχε πια ανάγκη για εξηγήσεις. Ό,τι έπρεπε να ειπωθεί είχε ήδη ειπωθεί μέσα τους, πολύ πριν συναντηθούν, και όταν συναντήθηκαν εξελίχτηκε σε αυτό που είναι σήμερα και ανέρχεται συνεχώς επίπεδα. Και πάλι τώρα, κάτι καινούργιο γεννιόταν ανάμεσά τους, κάτι που δεν είχε ακόμη όνομα.
>>> Δεν φοβάμαι πια, είπε η Ερατώ, χωρίς να ξέρει αν μιλούσε σε εκείνον ή στον εαυτό της.
Ο Ιοθώρ χαμογέλασε ανεπαίσθητα…
>>> Ο φόβος δεν ήταν ποτέ δικός σου. Ήταν δάνειο από όσους δεν τόλμησαν….
Η φράση του έπεσε μέσα της σαν πέτρα σε βαθιά λίμνη. Κύκλοι άρχισαν να ανοίγουν, να επεκτείνονται, να αγγίζουν παλιές εικόνες που νόμιζε πως είχε ξεχάσει. Τότε κατάλαβε, δεν προχωρούσε προς το άγνωστο, προχωρούσε προς τον εαυτό της.
Μπροστά τους, το μονοπάτι άλλαζε μορφή. Δεν ήταν πια το στενό πέρασμα που είχαν ακολουθήσει ως τώρα. Άνοιγε, απλωνόταν, σαν να τους καλούσε σε έναν χώρο όπου οι επιλογές δεν ήταν πια περιορισμένες αλλά απεριόριστες.
>>> Από εδώ και πέρα, είπε ο Ιοθώρ, δεν θα σε οδηγώ εγώ. Θα περπατάμε δίπλα..
Η Ερατώ έγειρε το κεφάλι της ελαφρά και τον κοίταξε..
>>> Και αν χαθώ ?...;
>>> Τότε θα σε βρω. Όχι για να σε φέρω πίσω, αλλά για να σου θυμίσω ότι μπορείς να συνεχίσεις….
Ένα φως —όχι από τον ουρανό, αλλά από το ίδιο το έδαφος— άρχισε να αναδύεται. Ήταν σαν η γη να αναγνώριζε την απόφασή τους και να άνοιγε τον δρόμο που ως τώρα κρατούσε κρυμμένο.
Η Ερατώ έκανε το πρώτο βήμα. Και ο κόσμος άλλαξε. Ένιωθε τώρα, πως ο αέρας γύρω της είχε αλλάξει πυκνότητα. Δεν ήταν πια ο απαλός, σχεδόν διάφανος άνεμος που συνόδευε τις προηγούμενες αποκαλύψεις, τώρα έμοιαζε με κάτι που περίμενε, κάτι που κρατούσε την ανάσα του. Ο Ιοθώρ στεκόταν απέναντί της, σαν να είχε αποσυρθεί μισό βήμα μέσα στον ίδιο του τον εαυτό.
>>> Δεν είναι όλα για να ειπωθούν μονομιάς, της είπε και η φωνή του είχε μια βραχνή, σχεδόν κουρασμένη χροιά. Και συνέχισε… >> Κάποια πράγματα χρειάζονται να τα συναντήσεις μόνη σου, αλλιώς δεν θα τα αναγνωρίσεις όταν σταθούν μπροστά σου...
Η Ερατώ δεν απάντησε αμέσως. Ένιωθε πως κάτι μέσα της είχε ήδη αρχίσει να μετακινείται, σαν να είχε ξεκλειδωθεί ένας μηχανισμός που περίμενε καιρό. Δεν ήταν φόβος. Ήταν η αίσθηση ότι πλησίαζε σε ένα σημείο όπου η κατανόηση δεν θα ήταν πια επιλογή, αλλά αναγκαιότητα.
>>> Τότε πες μου τουλάχιστον αυτό, είπε τελικά. >> Γιατί εγώ ?... Γιατί τώρα ?...
Ο Ιοθώρ χαμήλωσε το βλέμμα, σαν να έψαχνε τις λέξεις μέσα σε μια μνήμη που δεν του ανήκε ολοκληρωτικά.
>>> Γιατί είσαι η μόνη που μπορεί να δει αυτό που έρχεται χωρίς να το παραμορφώσει, είπε. >> Και γιατί… σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να δοκίμαζε τη φράση πριν την αφήσει να υπάρξει, >>…γιατί ήδη το κουβαλάς μέσα σου, χωρίς να το ξέρεις…
Η Ερατώ ένιωσε ένα ρίγος να ανεβαίνει από τη βάση της σπονδυλικής της στήλης. Δεν ήταν προειδοποίηση· ήταν αναγνώριση. Κάτι μέσα της ήξερε πως ο Ιοθώρ δεν μιλούσε μεταφορικά.
>>> Αν το κουβαλώ, είπε,.. τότε δείξε μου πώς να το δω.
Ο Ιοθώρ σήκωσε το βλέμμα του και για πρώτη φορά μετά από ώρα, τα μάτια του είχαν εκείνη τη γνώριμη, αινιγματική λάμψη — σαν να άνοιγε μια πόρτα που δεν υπήρχε πριν.
>>> Θα το δεις, είπε. Αλλά όχι εδώ. Και όχι όπως νομίζεις...
Και τότε, χωρίς να κάνει ούτε ένα βήμα, ο χώρος γύρω τους άρχισε να αλλάζει — όχι με βία, αλλά με την αργή, αναπόφευκτη μετατόπιση ενός ονείρου που αποφασίζει να γίνει πραγματικότητα.
(συνεχίζεται….)
Νίκος Στυλιανού







στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.




