Καθόσουν δίπλα μου εχθές στη μεγάλη πλατεία της θεατρικής «αρένας». Ένιωθες εκστασιασμένος.. Σε είδα από τη θέση σου να ταράζεσαι , να ακολουθείς, να κινείσαι με το ρυθμό της ορχήστρας.. σε κάποια στιγμή έχασες την ισορροπία.. κόντεψες να πέσεις από την παχιά πολυθρόνα της πλατείας… Ξαφνιάστηκα… Σε ρώτησα.. δεν απάντησες.. Δεν με άκουγες… Τότε κατάλαβα πως ταξίδευες και εσύ καβάλα στο άλογο σου και προσπαθούσες να μη χάσεις το κύμα που έτρεχε δίπλα σου…
Η μουσική δεν είχε λόγια. Δεν χρειαζόταν να γράψω στίχους. Μίλαγε.. φώναζε από μόνη της. Εσύ ψιθύριζες.. έλεγες τα δικά σου ! Αν και δεν τα άκουγα μέσα στον δυνατό ήχο των οργάνων, τα καταλάβαινα… Άκουγα τον ήχο της ψυχής σου και αυτό με γέμιζε.. ένιωθα ικανοποίηση.. Και όταν αντίκρυσα τα ιδρωμένα μέτωπα, τον ιδρώτα που έτρεχε και άφηνε το αποτύπωμα της προσπάθειας στα πουκάμισα και στα φορέματα…όλων των παικτών της ορχήστρας, ένιωσα - και εγώ ιδρωμένος από την ένταση – ότι ερχόταν η κορύφωση στο ζητούμενο που προσδοκούσα.. Ακόμα και η χορωδία… όλοι τους ιδρωμένοι από την προσπάθεια, την ένταση και την απόλυτη συγκέντρωση… Όταν έσβησαν οι προβολείς και άναψαν τα φώτα της πλατείας.. είχα σχεδόν ζαλιστεί – και αυτό δεν συνέβαινε συχνά.. στο άκουσμα του χειροκροτήματος της ίδιας της ορχήστρας που επικροτούσαν την ίδια την προσπάθεια τους !
Ένιωσα το χέρι σου να σφίγγει το δικό μου !
« Πάμε να πιούμε λίγο νερό » μου είπες λαχανιασμένος …
Νίκος

στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο. 







