♦ Πανηγύρεως παραμυθία στους γυμνούς βράχους, με τις χλοηφόρες λεπτομέρειες της ανοίξεως να προσδίδουν στο τοπίο την ανάγκη της ψευδαισθήσεως. Επισκέπτες κουρδισμένοι στο όνομα της ημερολογιακής αναφοράς, μειδιάματα και ελλείψεις στη σύνθεση του νοήματος και μια πασιφανής ασυναρτησία λόγου, ειρμού και συλλογιστικής ανακατεύτηκε με τον ήχο των χάλκινων, αφήνοντας στο ύστερο χάδι του πίτυλου το εντύπωμα των περιπλανημένων βλεμμάτων.
♦ Πομπές αργού βηματισμού με την καλολογική τακτοποιημένη άποψη της ομοιομορφίας και πολλές φωνές, θαυμαστικά προσποιήσεως, ζωντάνευαν στους δίποδους παρατηρητές την εκφραστικότητα του μορφασμού, ενώ η επί των ημερών χειροκρότηση των παρελάσεων του αγελαίου κόσμου έφτιαξε στην παρείσακτη σκέψη της μελαγχολίας τη διάθεση της απορρίψεως.
♦ Αμαρτήματα επί των νήσων περιστασιακού πολιτικού περιεχομένου, με τους αριθμούς να περιδιαβαίνουν εφιαλτικοί, δίνοντας στον πομφόλυγα τον θόρυβο που συναρμόζει.
♦ Περιβάλλοντα λυγμικά, θλιβερής σχηματογραφίας, και η ειρωνεία, αντιλαμβανόμενη την καταντημένη συναισθηματική κατάληξη, μεταμορφώνεται ανατρέποντας την ισορροπία της εγκατεστημένης ευήθειας.
♦ Στις αναβαθμίδες ο άνεμος φανέρωσε για τα καλά στους μαντρότοιχους τα ρυτιδιασμένα υπολείμματα της πελεκημένης πέτρας και στις αυλακιές υγρές συνέχειες χαμένων ρημάτων χάθηκαν στις μεγαλόπνοες αφηγήσεις.
♦ Στην ερημία σκιάχτρα καρφωμένα στο γήχυτο σταυροί με απλωμένους μάρτυρες και πετεινά σκοτεινά, σημεία και τέρατα των γκρίζων στιγμάτων να ράβουν στα σκαλοπάτια την εμβροντησία μιας στολισμένης πεταλούδας που ξέμεινε από χρώματα αντιστεκόμενη.
♦ Παραμίλημα με το σιγανό της βροχής να μπερδεύεται στα λιθοκτισμένα παράπονα και ένα μακρύ πέλαγο να παίρνει τη σοροκάδα αφήνοντας στην ανοιχτωσιά ένα δίστιχο του Μίμνερμου να χάνεται στις πλαγιές αφηνιασμένο.
♦ Περί την ουσίαν τα φαινόμενα εξαπατούν και στα σχεδιαγράμματα τεθλασμένες γραμμές, της παράνοιας κατευθύνσεις, υποδηλώνουν τον μέλλοντα κατ’ εξακολούθηση.
♦ Στις ανακοινώσεις σύντομα και κοφτά οι προτάσεις ερμηνεύουν τη νεόμορφη σύνταξη της επαναλήψεως αποσπώντας από την αντιφώνηση το δικαίωμα της εκδήλωσης.
♦ Επί των νήσων οι κραυγές πολυποίκιλες και στα κείμενα ο λυρισμός, επίφορος πόνος, καταφεύγει στα κρυμμένα ύστερα της ανατροπής ικετεύοντας το χαμόγελο.
♦ Σύμπλεξη και το ακατανόητο έρπει, σκαλίζοντας στο χώμα στεγνά λαγκάδια ερειπωμένου εξιστορήματος.
♦ Μοναχικότητα πολυσύλλαβη, της ευτραπελίας συμπέρασμα κατοχυρωμένο και μονοδιάστατο.
♦ Με τα βαρυπρεπή άμφια της πραγματικότητας η δυσσέβεια ξεπέρασε τη γραμμή και παράφωνα ψιθυρίζει στα απολιθώματα τα προλεγόμενα.
♦ Μηνύματα των καιρών κι οι λέξεις, άτακτα φωνήματα, περιπαίζουν τη σοβαρότητα των ποιητών που μεταπράττουν κομπορρημονώντας.
♦ Δοκησίσοφοι υαλοφόροι μίας αυθαδιάζουσας ηλιθιότητας μετρούν την αντοχή της διαφορετικότητας περιφέροντας την από καθέδρας άποψη της διορισμένης αυθεντίας.
♦ Και στο βιολί σαν μια φωτογραφία, σ’ έναν αντικριστό δυο σώματα στο παιχνίδισμα της ερωτοτροπίας.
♦ Στο μισοσκότεινο στις ρώγες των δαχτύλων χαμηλά στα γειρτά κλαδιά ένας θεός στην ευλογία και στα μάτια ένα τρεχούμενο νερό.
♦ Φροντίδα στην αιωνιότητα.
Mυογράφημα
Κατέβαινε ξερνώντας στο γδυμνό χώμα τις σφηνωμένες ξερολιθιές. Σκόνη στα κλειδωμένα μάτια, θολά απεικονίσματα. Αέρας αφιόνι και στα σκορπίσματα ρούχα ξεκούμπωτα στην κατηφόρα.
Ψεύτικοι άνθρωποι στο φανέρωμα, κορμιά καταντημένα σκυφτά.
Στην ομίχλη στο περιθώριο.
Κάτω απ’ το σύννεφο. Στην κρυμμένη βροχή.
Στο παλιό κτισμένο περίγραμμα ένα παλιό μάρμαρο στην όψη. Βαθουλωμένα μάτια, γραμμές της αθωότητας, απλές προσφωνήσεις στο βλέμμα.
Η σκιά.
Στο μισοσκότεινο με το λιγοστό φως στην παραλληλία με τα κρόσσια της θάλασσας. Αναπτυχή η απουσία της υποσχέσεως ψάχνει στον βηματισμό το χαμένο μαντίλι.
Στον κυματισμό όταν μπερδεύεται η υγρασία και σταματά σαν ξέμπαρκος ναύτης στο διαβασμένο γράμμα.
Κι η αναπνοή να παίρνει το πέλαγος βαθιά, τους δράκους και τα ξωτικά αφήνοντας στο ξεφύσημα πικρά τη νοσταλγία του περασμένου.
Ένας σκύλος.
Στην αποβάθρα.
Πίσω απ’ το ψέμα.
Στ’ αγνάντι.
Στον φάρο στο αναβόσβημα.
Γέρικο σκαρί με την αλμύρα της μελαγχολίας χαρακιά στα πλευρά και μια μπλε γραμμή στα ίσαλα να μπαινοβγαίνει αφήνοντας τα σημάδια.
Στην πρύμνη, η πλάτη στεγνή ξεφεύγει.
Ένα γέλιο γάργαρο.
Και χάθηκε μέσα στο ψιχάλισμα.
Ένας σκύλος.
Στην αποβάθρα.
Μπροστά στο ψέμα.
Περιπλανής.
Στην ικεσία, στην ακολουθία.
Όταν ο άνεμος κατέβαινε ξερνώντας στο γυμνό χώμα τα φωνήεντα του βαρυόργητου.
Στα επιφωνήματα που σκαλώνουν κόμποι σφιχτοδεμένοι.
Στ’ αγνάντι.
Απογείσωμα
Γυρνώντας ξαφνικά
Στο κατέβασμα
Μονοπάτημα πλουμισμένο
Ήλιος να φανερώνεται
Και λόγχες φυτρωμένες
Στα παραμιλήματα
Κι αυτός ο βαμμένος ουρανός
Ο ψεύτικος
Να προσποιείται
Τη θάλασσα από ψηλά
Και μια σταλαγματιά
Κόκκινο
Πάλιωσε στον καιρό
Την πήρε το λευκό
Την έσβησε η φωνή
Σαν έκοψε τη συλλαβή
Στην πέτρα
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ,
τεύχος 1753 στις 28 Μαρτίου 2013
Γεώργιος Μ. Θεοδοσίου