Sub Menu

Eίσοδος Μελών

Who's Online

Έχουμε 257 επισκέπτες συνδεδεμένους

Καλώς ήρθατε

στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.

Εκτύπωση PDF
RSS
Logo Gate * Ανένταχτο Σύγχιση της συγχύσεως στη γενική των πτώσεων
 

Σύγχιση της συγχύσεως στη γενική των πτώσεων Hot

Σύγχιση της συγχύσεως στη γενική των πτώσεων

Σύγχιση της συγχύσεως στη γενική των πτώσεων.
Και ο αποπροσανατολισμός εγκαθίσταται πολύμορφος στο κάδρο του απόλυτου παραλογισμού των καιρών.
Στην εικονική επιφάνεια των περιστατικών τα επιχειρήματα, δικαιολογήματα πρωτοβάθμιας ανάγκης, περιφέρονται χωρίς υπένδυμα, ακυρώνοντας την προσπάθεια των παραγράφων να εξυφάνουν το νήμα της προελεύσεως του ερωτηματικού.
Η Παράνοια της εξυπηρετήσεως των πεπραγμένων φτιάχνει απροσχημάτιστα όλων των ειδών τα εξιστορήματα σκορπίζοντας στους ανέμους τη λογική σειρά των δεδομένων.

Στην επικράτεια οι παρερμηνευτές των γεγονότων τρίβουν τα δάχτυλα απ’ τη χαρά τους και στα καφενεία της εξασκήσεως των προτάσεων η μοναξιά της εγκαταλείψεως βρήκε την υγειά της φτιάχνοντας τη σκηνογραφία της δαιμονοποίησης των γεγονότων.
Και η πραγματικότητα, απλουστευμένο απεικόνισμα, χασκογελά διά την περιπλοκή αφήνοντας στην ηλιθιότροπη ερμηνεία την αποδοχή της μονολεκτικής μακρόσυρτης συγκαταβάσεως.
Θαυμαστικά αστυνομικής συλλογιστικής και μία εμετική διάθεση σφίγγει τους κόμπους στην ευαίσθητη κοιλιακή χώρα των παρατηρητών αυτής της ακατάφραστης φαιδρότητος.
Ο σύμπυκνος δίσκος ρίπτει το έτυμον στον ενεστώτα και η κλίση του ρήματος διασπείρει στην ομιχλώδη αφήγηση την αμφιβολία για την ονομαστική του υποκειμένου.
Χαμένες οι αντωνυμίες στην πολιτική γραμματική της αποκρύψεως.
Και τα φαινόμενα εξαπατούν, ενώ τα πρόσωπα ανερυθρίαστα με χαμηλωμένες τις φωνές συμφώνως προς τας υποδείξεις των κανόνων της επικοινωνίας επισυνάπτουν τους ορισμούς της αθωότητας στη διμορφία του Ιανουαρίου.
Το παίγνιον στις σκυμμένες πλάτες των παρηκμασμένων συνεχίζεται απροκάλυπτα και οι φράσεις τοποθετημένες στις λευκές σελίδες μουντζουρώνουν τα κείμενα σείοντας το μαντίλι στη συγκροτημένη άποψη.
Εποχή των ασυνάρτητων συνθέσεων στην πολιτεία των υποθέσεων.
Μεσοχείμωνο. Το χιόνι τόλμησε να ξεπροβάλει δίνοντας λίγο απ’ το λευκό στη σκοτεινή υπόγεια αντιπαράθεση της πραγματικότητας.
Οι αντιθέσεις, ουσιαστικά πολυσήμαντα, ευνοούν τη μελαγχολία και τα συμπεράσματα, μακριά νυχτωμένα, ματαίως τρέχουν στο επιμύθιο της συλλογιστικής.
Αποξενωμένα τα σώματα αφήνουν τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του και η συνέχεια κλειδώνει την αισιοδοξία στα ερμάρια της παραμυθίας.
Η ανικανότητα συνάντησε την αναξιοκρατία, συνάθροισε και έφτιαξε το μεγαλείο της αντιαισθητικότητας του τοπίου. Ολίγιστοι αναρριχητές περιελίσσονται με την αυθάδεια της ηλιθιότητας, υποβάλλοντας τα σέβη τους στην παρακμή της κοινωνίας.
Και στα πεζοδρόμια, το πρόδηλον πληγώνει την ελπίδα.
Η αγανάχτηση έχασε και τα ωά και τα κάνιστρα, ενώ στα μονοπάτια ψάχνει τη φωνή της η αληθοσύνη.
Σιώπησαν τα συνθήματα στις κατευθυνόμενες διαδρομές κι απόμεινε η τρέλα να αντιπαλεύει τη σχηματογραφία της ευήθειας.
Η Γελοιότητα επεξηγεί με σαφήνεια τις ερωτήσεις και οι μαριονέτες μηχανεύονται την επόμενη εκφώνηση.
Παγωμένες οι μέρες αφήνουν τα ίχνη τους στους μορφασμούς και οι αναπνοές σκορπίζουν τα χνότα τους.
Και στο χώμα τα σάπια φύλλα στρώνουν το φθινόπωρο στον χειμώνα.

Μυογράφημα
Απομεσήμερο. Ησυχία. Τα ροχαλητά έβγαιναν στο διάδρομο. Οι τοίχοι βαμμένοι με λαδομπογιά. Κορνίζες κρεμασμένες. Οι πόρτες μισάνοιχτες. Μια γάτα περίεργη και μια καρδερίνα στο κλουβί.
Δυο μάτια περιεργάζονται απ’ τη χαραμάδα. Στα ακροδάχτυλα. Βηματισμός αργός, ένοχος. Αναπνοή πιασμένη στον λαιμό και τα χέρια στο ντουβάρι να βρίσκουν την ισορροπία.
Στην κουζίνα στο κίτρινο ντουλάπι με τα τζαμωτά φύλλα. Στο μάρμαρο της βάσης ένα ανθοδοχείο με ζουμπούλια πάνω απ’ το κεντητό χειροποίητο. Ένα τραπέζι ξύλινο με έξι καρέκλες ψάθινες.
Στα ράφια τα βάζα. Μαρμελάδες, μπισκότα, γλυκά του κουταλιού. Λιχουδιές για τις βεγγέρες.
Ακίνητος. Το βλέμμα προς τα πίσω. Αφουγκράστηκε. Έσυρε το σκαμνί κάτω απ’ το τραπέζι. Αργές οι κινήσεις έφτιαχναν την αμαρτία.
Πρώτα το ένα πόδι, μετά το άλλο. Το κλειδί γυρνά αφήνοντας το διακεκομμένο τρίξιμο. Τεντωμένα τα χέρια. Ακροστασία. Στο πάνω ράφι το βύσσινο. Βαθύ κατακόκκινο, στο σιρόπι.
Τα χέρια αγκάλιασαν το διάφανο γυαλί. Ιεροτελεστία. Τα μικρά δάχτυλα άγγιξαν το καπάκι. Το μέταλλο έστριψε αργά δίνοντας την αναπνοή του στη μυρουδιά.
Στο ποτήρι μικρά κουταλάκια. Όρθια ασημένια. Νοικοκυριό κληρονομημένο. Ξεχώρισε το ακριανό. Ένας σιγανός θόρυβος, κουδούνισμα πολυτέλειας στη φτώχεια.
Μια γερή κουταλιά και η γλώσσα υποδέχτηκε τη θεσπέσια γεύση του παραστρατήματος. Και μετά ξανά και ξανά.
Κρότος.
Και τα βήματα.
«Γιώργο!»
Και χαμήλωσε το πρόσωπο.

Εξοχή
Βαμμένο στη θάλασσα
Να κρέμεται στη γραμμή
Με το κίτρινο
να περικλείει
Και το κόκκινο
Να επικεντρώνει
Το βλέμμα
Στη λεπτομέρεια του προβλήτα
Στο λιμάνι της αναχωρήσεως
Και της υποδοχής
Του προαναφωνήματος
Και του επιμυθίου
Κείμενο συγκροτημένο
Στη ραφή
Του τσιμέντου με την υγρασία
χρωμάτων περιήγηση
Στην αποβάθρα

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ,
τεύχος 1742 στις 10 Ιανουαρίου 2013

Γεώργιος Μ. Θεοδοσίου

Κριτικές Χρηστών

There are no user reviews for this listing.

 

 
 
Powered by jReviews

Κριτικές : Advanced Search

Κατηγορία:     Keywords: