Εχει, καποιες φορες, που νιωθεις κουρασμενος. Γενικα νιωθεις οτι όλα τα εχεις ανακαλυψει κ τωρα πρεπει να φυγεις. Εισαι ικανοποιημενος που ησουν εδώ κ τωρα θελεις να φυγεις. Οπως ένα φιλο που ειχες καιρο να τον δεις κ τωρα τον εχεις μπροστα σου, τον χορτασες , περασατε καλα μαζι κ τωρα θελεις να μεινεις μονος σου. Ετσι γινεται παντα. Ποθεις κατι πολύ, μετα το αποκτας κ υστερα το βαριεσαι. Θελεις να μεινεις μονος. Ειναι κατι το φυσικο.
Αυτή τη φορα όμως νιωθεις ότι θελεις να μεινεις μονος, πραγματικα μονος, χωρις να εχεις αναγκη κανενα κ τιποτε. Πληρης ημερων.Οχι στα χρονια, αλλα στη ψυχη. Η ψυχη εχει χορτασει από γη, από τα γηινα κ θελει να πεταξει, να φυγει. Ετσι πρεπει να γινεται. Μενοντας μονος κ απολαμβανοντας την μοναχικοτητα σου, χωρις να σε επηρεαζει κατι εξω από σενα, χωρις να θελεις κατι απ’εξω για να σε γεμισει. Ειναι σημαδι ότι ο εαυτος σου αρχισε να γινεται φιλος σου. Στρεφεις το βλεμα αναγκαστικα προς αυτόν κ τον κοιταζεις. Ειμαι εδώ του λες. Κ ο εαυτος σου, όπως παντα, καθεται κ σε κοιταζει σιωπηλος. Ετσι, δυο σιωπηλοι που κοιταζονται μεταξυ τους, στα ματια,
κ απλα κοιταζονται.
Η ζωη μου ηταν απιθανη. Δεν μπορουσε να ηταν πιο ομορφη. Απιθανα παιδικα χρονια με γονεις απιθανους, με συγγενεις απιθανους. Δεν φανταζεσαι ποσο ομορφοι ηταν οι θειοι κ θειες μου. Απιθανα όλα, σε μια απιθανη χωρα. Ενα νησι. Τοσο δα μικρο νησι, καπου σε μια ακρη της Μεσογειου. Απιθανα. Ουτε καν ένα παραπονο. Ειμαι ευγνωμων σε όλα κ σε ολους. Εχουμε συνηθισει να πιστευουμε, ότι καποιος γραφει επειδη θελει να ξεσπασει, θελει να βγαλει τον πονο που εχει μεσα του. Φαινεται ότι ετσι συμβαινει. Ο Μπετοβεν,ο Μπουκοσφκι. Ιδιοφυιες , ταλεντα, που αφησαν αυτόν τον κοσμο πιο πλουσιο από ότι τον βρηκαν. Τους ευχαριστουμε από μεσα από την καρδια μας. Ομως υπεφεραν από το οικογενειακο περιβαλλον αφανταστα. Η δικη μου αντιληψη λεει ότι θα αφηναν τον κοσμο αυτό, ακομα πιο πλουσιο, αν ειχαν ομορφα παιδικα χρονια. Δεν είναι επειδη υπεφεραν κ εγραφαν σπουδαια. Ηταν σπουδαιοι ετσι κ αλλιως. Θα ηταν πιο σπουδαιοι αν δεν ειχαν μαυρισμενη ψυχη. Η ψυχη θελει ομορφιά για να ανθισει, δεν υπαρχει άλλος τροπος κ αυτοι οι σπουδαιοι ανθρωποι δουλεψαν για την ομορφια. Για την ομορφια της ψυχης.
Ελα κ κασθισε στα ποδια μου. Πες ότι ειμαι ο παππους σου κ θελει να σου πει ένα παραμυθι. Ελα! Καθησε στα γονατα μου. Ξερω ότι εχεις δουλιες κ τρεχουν κ δεν εχεις καιρο για παραμυθια κ ιστοριουλες. Ελα εδώ διπλα μου!
Καθησαμε σαν παππους κ εγγονος που εχει στα γονατα του τον εγγονο του. Δεν ειπαμε τιποτε, ο καθενας βυθιστηκε στις σκεψεις του, στην αγγαλια ο ενας μεσα στον άλλο, ο παππους μεσα στον εγγονο, το παλιο με το νέο,το γερικο με το νέο, το πετρινο παλιο σπιτι με το καλοριφερ ενδοδαπεδιας θερμανσης κ τις τηλεορασεις 50 ιντζων κρεμασμενες στους τοιχους κ τα ταμπλετ, διπλωμενα σαν μεγαλα πορτοφολια πανω στο τραπεζακι. Κ τα κινητα τηλεφωνα μεσα στις τσεπες μας. Ο νεος κ ο παλιος μαζι, χερι ,χερι.
Ο Μπετοβεν πεθανε κουφος, αρχισε να χανει την ακοη του γρηγορα, συνεθετε τα αριστουργηματα του ενώ ηταν σχεδον κουφος. Ο Μπουκοσφκι ,μικρος ειχε έναν βαναυσο πατερα που το κτυπουσε αγρια. Αυτό πιθανον οδηγησε, ξεσπασε, σε μια σπανια αρρωστια που τον ταλαιπωρουσε όταν ηταν εφηβος. Μια σπανια μορφη ακμης, που του παραμορφωσε το προσωπο. Κ στον Μπετοβεν, αυτή ηαγριοτητα του πατερα, ξεσπασε πανω στην ακοη του. Δεν ειμαι γιατρος. Δεν χρειαζεται να ειμαι.Το νιωθω, ότι ετσι είναι.
Οι ανθρωποι συνηθως, ξεσπουν πανω σε αλλους ανθρωπους, για να βγαλουν την τρελα που κουβαλουν μεσα τους, κανοντας πολεμους, βασανιζοντας ο ενας τον άλλο, κλπ. Στους μεγαλους ανθρωπους, στους γιγαντες, η τρελα ξεσπα μεσα τους, σαν ακμη, σαν κουφαμαρα,
σαν ενατη συμφωνια,
σαν ποιηση.
Σε εσφιξα στην αγκαλια μου. Παππους κ εγγονος. Σε εσφιξα στην αγκαλια μου,
δεν ειχε να κανει ουτε με ηθικη, ουτε με διδαγματα, ουτε με καλες πραξεις,
ειχε να κανει,
με ένα πεταγμα της καρδιας. Ενα φτερουγισμα. Πας να ταισεις ενα πουλι, εκει στην πλατεια, ένα περιστερι, του δινεις φαγητο, σπορακια, κ αυτό ερχεται κοντα σου κ τρωει. Πας να το πιασεις κ φευγει. Απογοητευεσαι, ηθελες να το πιασεις, να το χαιδεψεις, όμως αυτό σηκωνεται κ φευγει. Ακους αυτό το φλαπ- φλαπ του φτερουγισματος του που φευγει. Ετσι πρεπει να γινεται,
το φτερουγισμα του πουλιου που σηκωνεται κ φευγει. Ετσι πρεπει να γινεται. Η ζωη πρεπει να σε συγκινει, να σε κανει να δακριζεις από χαρα. Τοτε ο ανθρωπος κανει θαυματα. Μονο τοτε. Ποτέ πριν. Είναι σαν να βλεπεις μια διαφημιση. Πριν ηταν χοντρη κ τωρα είναι στυλάκι. Πριν κ μετα. Το μετα κτυπα την πορτα μας επιμονα, συνεχως. Πηγαινε να του ανοιξεις, γιατι θα γκρεμισει την πορτα. Καποιος σηκωθηκε κ την ανοιξε. Η πορτα ανοιξε ορθανοιχτα,
δεν ηταν παρα Αυτό. Το φτερουγισμα,
η ενατη συμφωνια του Μπετοβεν,
ο Μπουκοφσκι να απαγγελει τα ποιηματα του, πανω σε μια σκηνη μεσα σε μπλε καπνους,
από φως κ τσιγαρα
σημ: αξιζει να δεις στο youtube : Beethoven Lives Upstairs-1992 [Greek Subs by Vas Mous]

στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο. 





