Οι νύχτες θα σε χτυπούν
Και θα σε σέρνουν στα υπόγεια
Μπαράκια
Να τα πίνεις με την παλιά σου
Παρέα
Και να γελάς,
Να κάνεις πως γελάς
Στο αγαπημένο σου ρεφρέν.
Η γκόμενα δίπλα σου,
Χαζεύει το τσιγάρο που κρατάς
Σαν συντροφιά
Μελαγχολική μες στη γιορτή
Της νύχτας.
Από νωρίς όμως εκείνη
Η ανάσα δεν λέει να βγει
Και πεισματικά
Σε πνίγει.
Πάρτης ένα τριαντάφυλλο
Θα σε αγαπήσει…
Το ποτό σου έχει τελειώσει
Μα εσύ πίνεις απ ’τον πόνο
Και την σιωπή.
Κερνάς απλόχερα
Την πολυτέλεια αυτή
Τριγύρω.
Κανείς δεν κλαίει
Κι όλοι σε ευγνωμονούν.
Κανείς δεν κλαίει.
Απόψε θα ξεπουλήσεις
Όσα χρόνια μάζευες στοργικά
Και τα λάτρευες
Σαν Παναγιά.
Κι όταν τελειώσεις
Θα φτύσεις την ντροπή
Στον καθρέπτη που σε κοιτά
Στο κορίτσι που χαμογελά
Στο πρόσωπο που σε κυνηγά…
Κάνεις να βγεις έξω στον αέρα
Τρεκλίζοντας πάλι
Μυρίζοντας την φυγή σου
Πάλι.
Μα οι περαστικοί μοιάζουν
Αλλόκοτα στοιχειά
Που οδεύουν στην τροφή τους.
Αίμα ξερνάει η βροχή
Και σε καταπίνει μαζί του
Η γη.
Το μαγαζί που άφησες
Την ψυχή σου
Σε χαιρετάει
Με μπλε γράμματα
΄΄Ταξίδι’’…
Ηλίας Δεσύλλας