Μες στη φθινοπωρινή ανία,
λαχταρούσα την χαρά,
στης ζωής την τρικυμία,
κολυμπώ στην συμφορά.
Μια στιγμή ελπίδας,
πως ζητούσε η καρδιά,
χαρμόσυνης ηλιαχτίδας,
στολισμένη με ομορφιά.
Καλύτερα μονάχος,
ας διαβαίνω τα βουνά,
της ζωής μεγάλος βράχος,
που πλακώνει ότι περνά.
Πόση θλίψη αντηχούσε,
στις σταγόνες της βροχής,
στο σκοτάδι πως βριθούσε,
η γαλήνη της ψυχής;
Jose Tranquillo
(Πάρης Παπανικολάου)