Eίσοδος Μελών

Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by logoclub.gr
Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by logoclub.gr
Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by logoclub.gr
Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by logoclub.gr
< >

Κριτικές Κειμένων

Online -χρήστες & επισκέπτες Εξωτερικού

Now 117 guests online

Who's Online

Έχουμε 892 επισκέπτες συνδεδεμένους

Καλώς ήρθατε

στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.

Εκτύπωση PDF
RSS
LOGO PAGE ** Διήγημα “Bara Devlam, Istenem”
 

“Bara Devlam, Istenem” Hot

“Bara Devlam, Istenem”

Bara Devlam, Istenem

Επίκληση προς στον Θεό, σε κάποια διάλεκτο των Ρομά της Ρουμανίας της.

Η ερμηνεία της διχάζει. Κάποιοι το μεταφράζουν ως "Παντοδύναμε Θεέ", ενώ κάποιοι άλλοι, υποστηρίζουν πως σημαίνει "Παντοδύναμε Θεέ, θα αμαρτήσω"

«Τι χρωστάω;» είπε καθώς πλησίαζαν στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης

«30 ευρώ» απάντησε ξερά ο οδηγός του ταξί.

«Κράτα τα ρέστα» του είπε δίνοντας του το χαρτονόμισμα των 50 ευρώ.

Ο ταξιτζής, από ευγνωμοσύνη, προσφέρθηκε να την βοηθήσει με τις αποσκευές της , ως τον έλεγχο των εισητηρίων.

«Να έχετε καλό ταξίδι» της ευχήθηκε καθώς έφευγε.

Δεν του απάντησε.

«Να έχω καλό ταξίδι…» μονολόγησε

Δεν ήταν επιλογή της που έφευγε, όπως δεν ήταν επιλογή της που είχε έρθει πριν από ένα χρόνο . Δεν γινόταν όμως και διαφορετικά.

Έπρεπε να έρθει για να ξεφύγει, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, όσο το δυνατόν πιο μακριά δίχως να αφήσει ίχνη.

Κυνηγημένη μέσα στον χειμώνα…

Εκείνο τον χειμώνα, η σχέση της είχε φτάσει στο αμήν.

«Πως γίναμε έτσι ρε πούστη μου…» αναρωτήθηκε βλέποντας τις αστραπές από τις τεράστιες τζαμαρίες του αεροδρομίου.

Με έναν παρόμοιο καιρό είχε φτάσει στην Θεσσαλονίκη.

Τυχαίο; Μοιραίο; Ποσώς την ένοιαζε.

«Πως γίναμε έτσι;» ξανασκέφτηκε καθώς βούλιαζε στο αναπαυτικό κάθισμα του αεροπλάνου και ένοιωσε δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια της.

Έβγαλε το i-Pod από την τσάντα της και έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά της . Έκλεισε τα μάτια της. Δε νύσταζε, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος για να κρύψει τα δακρυσμένα της μάτια άπο τους αδιάκριτους συνταξιδιώτες της.

They called me the wild rose…” ακούστηκε να τραγουδά η Kylie Minogue στο λαβύρινθο των αυτιών της αλλά και του μυαλού της.

Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της…

Θυμήθηκε το πρώτο δώρο που της είχε κάνει.

Ένα κουτί γεμάτο κατακόκκινα τριαντάφυλλα, και μέσα στα τριαντάφυλλα ένα cd με ένα και μοναδικό τραγούδι.

Το “Where wild roses grow…”, ντουέτο του Nick Cave Με την Kylie Minogue.

Πρώτη φορά που το άκουσε ήταν χειμώνας, σαν και απόψε, με την διαφορά ότι καθόταν στην αναπαυτική πολυθρόνα του σπιτιού της, δίπλα στο τζάκι, παίζοντας με την φωτιά. Mόλις ξεκίνησε να παίζει, αισθάνθηκε χιλιάδες μικρά τσιμπήματα στο στομάχι και την καρδιά.

Ανατρίχιασε όταν διαπίστωσε πως , ακόμα και τόσο καιρό μετά, το μυαλό της ξαναζούσε τα ίδια ευχάριστα συναισθήματα έκπληξης και χαράς, όπως και την πρώτη φορά.

Η αλήθεια είναι, πως ακόμα τον αγαπούσε, όχι όμως όπως τότε. Ήταν μια αγάπη διαφορετική, χωρίς ίχνος πάθους . Την θέση του πάθους είχε πάρει πολύ καιρό τώρα, ό φόβος. Στην αρχή δεν το είχε συνειδητοποιήσει, μέχρι εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ…

Είχαν τσακωθεί πάλι.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που «μανούριαζαν» όπως συνήθιζε να λέει εκείνος, αλλά ήταν πρώτη φορά που ο τσακωμός τους είχε τέτοια ένταση…

Ο λόγος;

«Αλήθεια ποιος ήταν ο λόγος;» αναρωτήθηκε, μισανοίγοντας τα μάτια της για να διαπιστώσει ότι βρισκόταν ακόμα εν πτήσει.

Δεν έμαθε τον πραγματικό λόγο ποτέ.

Ή μηπως δεν ήθελε να τον μάθει;

Ήταν στο σπίτι τους, στον καναπέ απέναντι από το τζάκι. Εκείνη διάβαζε, δεν μπορούσε να θυμηθεί τον τίτλο του βιβλίου.

Εκείνος της ανέλυε τα όνειρά του για το μέλλον τους. Θα ήθελε να είχαν το μεγάλο σπιτι στον απέναντι λόφο, με τον τεράστιο κήπο, δυο λαμπραντόρ και τρια παιδιά να παίζουν μαζί τους, δυο κοριτσάκια και ένα αγοράκι, και οι δυο τους, να κάθονται στην σκιά του μεγάλου δέντρου στην αυλή και να καμαρώνουν που ζουν την ευτυχία.

«Αλήθεια, ξέρεις τι δέντρο είναι αυτό στην αυλή;» την ρώτησε.

Εκείνη ήταν ρεαλίστρια, δεν έκανε ποτέ μεγαλεπίβολα σχέδια για το μέλλον.

«Να είμαστε καλά και μαζί μέχρι τότε βρε μωρό μου και βλέπουμε…» του απάντησε.

Ξαφνικά το μάτι του θόλωσε.

Το ονειροπόλο του βλέμμα είχε μετατραπεί σε μια παγερή και άψυχη ματιά.

«Αυτό που λές δεν υπάρχει…» της απάντησε αγριεμένα.

Αμφισβητούσε άραγε ότι μπορούσε να αποκτήσει αυτό το σπίτι, ή έστω ένα αντάξιο του;

Με τα κέρδη από την δουλειά του, παρακαλούσαν οι τράπεζες να του δώσουν δάνειο όχι για αυτό το σπίτι αλλά 10 φορές καλύτερο.

«Θες αύριο κιόλας να αρχίσω να ψάχνω για σπίτι;» την ρώτησε.

Εκείνη του ξαναχαμογέλασε κάνοντας τον να καταλάβει το χειρότερο.

«Ακούς τι σου λέω, γαμώ τον αντίχριστό μου;» βλαστήμησε και κατέβασε με δύναμη το χέρι του πάνω στο πρόσωπό της, τραυματίζοντάς την στα χείλη.

«Αν δεν είμαστε μαζί, τότε θα είμαστε από χρόνια πια νεκροί» συνέχισε, χρησιμοποιώντας τα λόγια του Λειβαδίτη.

Βλέποντας τα χείλη της να αιμορραγούν και τα μάτια της δακρυσμένα και έντρομα, ένιωσε σαν να τον χτύπησε το ρεύμα.

Έτρεξε, την αγκάλιασε και έβαλε τα κλάμματα.

«Συγχώρεσέ με, κοριτσάκι μου… Δεν το ήθελα… Δεν θα αντέξω να σε χάσω… Δεν ξέρω τι με έπιασε… Συγχώρεσέ με τον μαλάκα…»

Οι λυγμοί του έκαναν τον τρόμο, που είχε αρχικά κυριεύσει το κορμί της, να μετατραπεί σε συμπόνοια.

Από τότε, οι εκρήξεις βίας άρχισαν να γίνονται ρουτίνα, άλλοτε πιο ήπιες και άλλοτε πιο έντονες, μα πάντα στο φινάλε, εκείνη κατέληγε να αισθάνεται τρομαγμένη και γοητευμένη ταυτόχρονα, μέχρι που κάθησε και τα σκέφτηκε πιο ψύχραιμα.

«Η βια, το “κοπάνι” που λέμε εδώ στο χωριό, είναι εθιστικό και για το θύμα» της είχε πει ο κολλητός της στο χωριό, κάποτε που του εκμυστηρεύθηκε όλη την ιστορία και τα γεγονότα φαίνονταν να τον είχαν επιβεβαιώσει.

Έτσι πήρε την απόφαση να χωρίσουν, μα εκείνος δεν το αποδέχτηκε ποτέ.

Είχε γίνει η σκιά της, ξημεροβραδιαζόταν κάτω από το σπίτι της, την έπαιρνε τηλέφωνα και την έβριζε και αμέσως μετά, μετανοιώμένος, εκλιπαρούσε για συγχώρεση στον τηλεφωνητή.

Τον πρώτο καιρό σκεφτόταν να ξαναγυρίσει σε εκείνον, να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, όσο όμως περνούσε ο καιρός διαπίστωνε πως η επιμονή του γινόταν εμμονή.

Έτσι πήρε την απόφαση να φύγει από την Αθήνα. Ένας χρόνος είχε περάσει από τότε που είχε μπει στο τρένο για Θεσσαλονίκη, δίχως να το ξέρει κανείς εκτός από τους γονείς της.

«Ήρθα να ηρεμίσω. Αν με αγαπάς μη ρωτάς περισσότερα. Θα στα πω όταν έρθει η στιγμή» είχε πει στην θεία της που θα την φιλοξενούσε και εκείνη σεβάστηκε την παράκληση της ανιψιάς της.

Πράγματι, από την πρώτη κιόλας εβδομάδα εκεί, είχε προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον, κοιμόταν φυσιολογικά, κυκλοφορούσε αμέριμνη στους δρόμους…

Έτσι νόμιζε.

Ένα πρωινό, ανοιξιάτικο πρέπει να ήταν αν θυμόταν καλά τα ρούχα που φορούσε, κατέβαινε στη στάση του λεωφορείου για να πάει Κέντρο. Πήγαινε να βοηθήσει την θεία της με το μαγαζί, το συνήθιζε τους τελευταίους εξι μήνες που βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη.

Ξαφνικά έπιασε βροχή, από εκείνες τις ανοιξιάτικες μπόρες που σε δευτερόλεπτα μέσα, φέρνουν τον κατακλυσμό. Απροετοίμαστη, χωρίς ομπρέλα έτρεχε να προστατευθεί κάτω από τα υπόστεγα, δίχως να δίνει σημασία για το τι γίνεται γύρω της.

Σκόνταψε σε έναν κύριο

«Με συγχωρείτε… Η βροχή βλέπετε…» του απολογήθηκε.

«Δεν πειράζει, παλιότερα σου άρεσαν οι βόλτες στην βροχή…» αποκρίθηκε εκείνος

Ένοιωσε το αίμα της να παγώνει.

Την είχε ανακαλύψει…

«Πως βρέθηκες εδώ;» τον ρώτησε

«Σημασία δεν έχει ο τρόπος, σημασία έχει το αποτέλεσμα. Δεν χαίρεσαι που με βλέπεις μετά από τόσο καιρό;» αποκρίθηκε.

Έκανε να την αγκαλιάσει μα αυτή αποτραβήχτηκε και είδε το βλέμμα του να θολώνει για μια ακόμη φορά.

«Βοήθεια!» φώναξε και για καλή της τύχη, βρέθηκε ένα γεροδεμένο παλληκάρι να πλησιάζει εκείνη την στιγμή. Εκείνος έφυγε άνετος, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ο φιλότιμος περαστικός την συνόδευσε ως το σπίτι της, την βοήθησε να καλέσει την θεία της και εξαφανίστηκε όσο και αν εκείνη επέμενε να μείνει. Όχι από υποχρέωση αλλά από φόβο μήπως επιστρέψει εκείνος. Αν ήξερε από ποια στάση παίρνει το λεωφορείο, τότε σίγουρα ήξερε και που μένει.

Η θεία της δεν άργησε να φτάσει στο σπίτι. Τότε της τα εξήγησε όλα, τι είχε συμβεί εκείνη την ημέρα, τι συνέβαινε τα περασμένα χρόνια, τον λόγο που είχε έρθει στην Θεσσαλονίκη. Η θεία της την συμβούλευσε να γυρίσει στην Αθήνα και αν απευθυνθεί στην αστυνομία. Συμφώνησε μαζί της αλλά θα έπρεπε να περάσει ένα διάστημα.

Έξι μήνες μετά βρισκόταν στο αεροπλάνο της επιστροφής, μια βροχερή χειμωνιάτικη ημέρα, όπως τότε που ήρθε.

Με όλη αυτή την αναδρομή στα περασμένα, είχε φτάσει στο «ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ» δίχως να το καταλάβει.

Έβγαλε τα ακουστικά από τα αυτιά της και σηκώθηκε από την θέση της. Όλη η διαδικασία και η διαδρομή μέχρι τον σταθμό του προαστιακού έγινε τόσο μηχανικά που αναρωτήθηκε όταν ξεκίνησε αν είχε πάρει μαζί της όλα τα πράγματα.

Δεν την ένοιαξε και πάρα πολύ όμως και ξαναέβαλε τα ακουστικά της.

Έπαιζε το “Thresing Floor” από Woven Hands.

Αλήθεια, πως της ταίριαζε αυτό το τραγούδι.

Ειδικά το ακαταλαβίστικο ρεφρέν

bara devlam, istenem

Της είχε σφηνώσει στο μυαλό σπό την πρώτη φορά που το άκουσε και μετά από αρκετή έρευνα έμαθε ότι σημαίνει «Παντοδύναμε Θεε, Θα αμαρτήσω».

Το έκανε προσευχή της και ανεξίτηλο φυλαχτό, στην βάση του αυχένα της, tattoo με μεσαιωνική γραμματοσειρά.

“Every secret sin

On and of this earth

Instruments with teeth

Cut them down”

Όχι, δεν ήταν θρησκευόμενη, τουλάχιστον όχι με την ευρεία έννοια. Πίστευε με έναν δικό της αναρχικό τρόπο και μια ιδιαίτερη θεολογία, που όταν τα εξήγησε κάποτε στον ιερωμένο θείο της, την αποκύρηξε.

Απόψε όμως κάτι την έστρεφε προς τα θεία.

Ασυνείδητα, έπιασε τον εαυτό της να προσεύχεται μέσα στον προαστιακό.

«Όταν φτάσω σπίτι, θα πάω να ανάψω ένα κεράκι στην Αγία Γλυκερία και μετά θα πάω να βρώ τον θείο» σκέφτηκε κατεβαίνοντας από τον συρμό.

Το σπίτι της δεν ήταν πολύ μακριά, φορτώθηκε τα πράγματά της και άρχισε να περπατά.

Έλειπε έναν χρόνο, όχι και υπερβολικά πολύς καιρός, και όμως η διαδρομή προς το σπίτι, της φαινόταν τόσο διαφορετική, σχεδόν άγνωστη, δεν χόρταινε να παρατηρεί την παραμικρή λεπτομέρεια.

«Άντε ρε, λες και δεν την έχεις ξαναπερπατήσει ή μήπως δεν θα την ξαναπερπατήσεις;» είπε στον εαυτό της καθώς περπατούσε.

Είχε φτάσει στο στενό του σπιτιού της. Πόσο της είχε λείψει αυτή η εικόνα; Σαν να είχε να την αντικρύσει για αιώνες αμέτρητους. Σε αυτό το στενό έπαιζε όταν ήταν κοριτσάκι, εδώ έμαθε να κάνει ποδήλατο, εδώ την κυνηγούσε η μάνα της για να φάει…

Ένα αμάξι στο τέλος του δρόμου της έκοψε αυτό τον νοσταλγικό ειρμό σκέψεων.

Δεν το είχε ξαναδει, μα το ότι άναψε την μεγάλη σκάλα μόλις αυτή έστριψε στο στενό, την τρόμαξε.

Στιγμές αργότερα, επιβεβαιώθηκε ο φόβος της.

«Καλωσήρθες…» της είπε πηγαίνοντας προς το μέρος της με ένα μπουκέτο κατακόκκινα τριαντάφυλλα.

Δεν του απάντησε.

Εκείνος πλησίασε με γρήγορο βήμα ψάχνωντας με το άλλο χέρι κάτι στην τσέπη.

«Γιατί έτσι;» την ρώτησε οργισμένος

Ήθελε να του απαντήσει μα δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.

«Αγόρασα το σπίτι που σου έλεγα, θα έρθεις;» της είπε σφίγγωντας την στο μπράτσο.

«Με πονάς» του απάντησε και προσπάθησε να απομακρυνθεί.

«Στο είχε πει, όταν συμβεί, τότε θα είμαστε και οι δυο πια νεκροί» της είπε και ένοιωσε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της κάτι κρύο.

Δεν πρόλαβε να τρομάξει περισσότερο, κλάσματα του δευτερολέπτπου αργότερα ακούστηκε ένας κρότος και μετά…

Στα μπαλκόνια είχε μαζευτεί κόσμος.

Είδαν έναν άνθρωπο σκυμμένο πάνω από ένα σωρό από βαλίτσες να θρηνεί ενώ ένα κατακόκκινο ρυάκι που κυλούσε στην άσφαλτο, μαρτυρούσε τι είχε συμβεί.

Κάποιοι κάλεσαν το 100.

Κάποιοι προφασίστηκαν τον καιρό, που άρχιζε να ψιχαλίζει και κλείστηκαν ξανά στην ζεστασιά των σπιτιών τους.

Δυο πιο θαραλλέοι κατέβηκαν στον χώρο του περιστατικού μα δείλισαν να πλησιάσουν περισσότερο.

Τον κοιτούσαν που αγκάλιαζε το άψυχο σώμα και θρηνούσε.

«Το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, απόψε θα είμαστε αγκαλιά όπως τότε…»¨τον άκουσαν να λέει. Φίλησε το παραμορφωμένο από την σφαίρα κρανίο έβαλε την κάννη στο στόμα του και γύρισε το βλέμμα του προς τον συννεφιασμένο ουρανό…

Το i-Pod συνέχιζε να παίζει. Η ησυχία που επικρατούσε μετά τον δεύτερο κρότο, επέτρεπε να ακούσεις το Winter Dreams των Sleepin Pillow.

” …Αnd I’m holding flowers
and I’m melting in paradise”

Κριτικές Χρηστών

Average user rating from: 1 user(s)

 

Αξιολόγηση:
 
5.0
 
 

Πολύ καλό, ρεαλιστικό και ζωντανό το Διήγημα σου Ale_Zi Καλωσόρισες στο logoclub, σε ευχαριστούμε που το μοιράστηκες μαζί μας. Καλή συνέχεια.
Reviewed by Nikos Stylianou
July 31, 2014
View all my reviews
Report this review
 
 
 
Powered by jReviews

Κριτικές : Advanced Search

Κατηγορία:     Keywords: