Ονειρόβατο στερέωμα.
Αυλάκια αφυδατωμένα, σκέψεις νεκρές,
πόμολα χαρακωμένα στους γρήγορους χτύπους
της αγχωμένης παλάμης,
πριν γυρίσουν στο άνοιγμα και γκρεμιστούν όλα
στο τίποτα του σύνηθες
και στο ουδέν του όλου.
Μανία που κατέβηκε στη στάση της αγάπης,
πετώντας τα μαύρα και τα γκρίζα,
φορώντας μεταξωτά του καλοκαιριού, εκείνου.
Ονειρόβατο στερέωμα.
Μ’ όλα τα αξιόλογα να τρέχουν, ν’ αγωνίζονται
και να σκορπίζονται στην απαξία.
Τραύματα που δεν επιδέχονται
ούτε σουλφαμίδα, ούτε πενικιλίνη.
Τραύματα αυλάκια ραγισμένα,
με μνήμες που ανασαίνουν βαριά,
καρφωμένες σε σταυρούς καμένους.
Χλόη που δεν μεγαλώνει ποτέ,
ούτε ανθίζει,
ν’ αφήσει την σπίθα της στον άνεμο.
Συνείδηση πνιγμένη στο αλλότριο.
Κι’ εκείνοι να δείχνουν το τρένο
που έφυγε πριν ξεκινήσει.
Μανδύες χωρίς φόδρα καμιάς ελπίδας,
αλλαξοδίπλωτοι λευκοί και μαύροι,
που στην ανταύγεια όποιας προσπάθειας,
πνίγονται στο κόκκινο,
που ξεφτίζει και χάνεται,
στα σκουριασμένα αυλάκια της άνοιας.
Μηχανικές φωνές,
υστερικές απόψεις,
χωρίς όψεις, χωρίς κατόψεις,
στέρεου βάθρου της όποιας οικοδομήσιμης αξίας.
Πουρνάρια Θέλω,
χωρίς Οθέλλο να μαρτυρήσει,
ζηλέψει – κλάψει, χέρια σηκώσει να μαστιγώσει.
Πόνο λυγίσει, γόνατα πέσει πάνω κοιτάξει,
για να σωθεί.
Ονειρόβατο στερέωμα.
Καθ’ έλξη πορεία, καυτό μονοπάτι,
βρασμένο χιόνι, που ξεθωριάζει όσο βραδιάζει,
γεύση στυφή.
Πριν λαμπυρίσει κάποιο αστέρι
ίχνος ν’ αφήσει στον ουρανό.
Λάβα που σκάει κι’ εξαφανίζει
πορείας βήματα στο σωρό..
Ονειρόβατο στερέωμα…
Νίκος Στυλιανού