Χαιρέτησα την αιτία,
που κρατάει το φύλλο της λεύκας
εκεί ψηλά.
Καλημέρισα τον άνεμο
που το χαϊδεύει, δίνοντας του το οξυγόνο
της ζωής.
Συζήτησα με την βροχή
που το ξεπλένει και το ξεδιψά.
Και σκίρτησα από έκπληξη,
όταν με πρόσταξε να κλάψω όπως κι’ αυτή,
για να ξεπλύνω τις λύπες μου.
Διώχνοντας τα σύννεφα της θλίψης μακριά μου.
Και ύστερα,
ν’ αγκαλιάσω τη λεύκα
και ν’ ανέβω ψηλά,
στα φύλλα της κορφής
για να φτιάξω το στεφάνι μου.
Παρέα με τον άνεμο
και την αιτία,
που αν ανοίξω την πόρτα της
θα βγω στο ανθισμένο λιβάδι της ζωής,
που με περιμένει
ο Θεός.
Νίκος Στυλιανού