Ο Λιγόψυχος σαν πεινασμένος γύπας
γράπωσε το δέρμα μου και μ έσερνε στους ουρανούς..
Γιατί σε ρώτησα και ας γνώριζα..
Έσκυψα πάνω απ το φωτεινό πτώμα σου
που το ορατά διαμπερές σώμα σου πραγμάτωνε
σε όλους τα θεία σωθικά του
αναβλύζοντας σε τούτο τον σκοτεινό κόσμο
αρώματα λευκών κρίνων που
το νεανικό τους άνθος βουτήχτηκε σε αίμα και γραφίτη
ζωγραφίζοντας την όψη της βροχής.
Ύστερα από πυρπολημένες νύχτες
σαλπάρει το βαρύ στέρνο μου
ξεκολλώντας απ το εχθρικό σώμα μου
υψώνοντας για πανιά τα ξεσκισμένα σωθικά μου
που άλλοι σκαλίζανε για χρόνια και αυτοί μαζί με εμένα.
και εγώ σερνόμενος αέναα απ την γοητεία των στρογγυλών
και λυγερών σχημάτων
ξάπλωσα πάνω του να ξαποστάσω
μα στην ζάλη μου απάνω αποκοιμήθηκα
και γεννήθηκα ένας άλλος.
Πολιορκείται ο νεανικός νους μου
χύνοντας καυτά ποτάμια που επιζητούν
να ξεραθούν για να μην βασανίζουν άλλο την ορμή τους..
Μα στιγμιαία σαν λάμψη η ψυχή μου
όποτε έφτανε στο έρεβος μεθυσμένη με ελπίδα
άφηνε πίσω της ένα δάκρυ λες και γνώριζε πάντοτε πότε διψούσα.
Οι αναπνοές μακριά παγιδεύονται
ματώνοντας η μία την άλλη
στον λαβύρινθο με τους καθρέπτες..
βλέπει όλους εκεί τους βάζουνε ακόμα και αυτούς
που δεν τους μοιάζουν..
Ο Λιγόψυχος σαν πεινασμένος γύπας
γράπωσε το δέρμα μου και μ έσερνε στους ουρανούς
πετώντας πάνω από ερείπια και από ανθρώπους πεινασμένους
που σαν φύλλα κρέμονταν από σκελετωμένα δέντρα
και με ένα ξεφύσημα χανόντουσαν..
με κράτησε γερά με τα γαμψά νύχια του
ξεκολλώντας το σκληρό φορτίο μου
που σαν σπασμένο καβούκι φανέρωσε την κομματιασμένη θνητότητα μου.
Βρέθηκα σε βράχια κοφτερά μαζί με τα νεκρά μικρά σου
μα μήτε χώμα μήτε φτυάρι και μήτε με χάιδεψαν ποτέ
με κατανόηση που τόσο λαχταρούσα.
Με το πυρακτωμένο μαχαίρι να πονάς
με το μολύβι να πεθαίνεις
έτσι με έζωσες την νύχτα που σαν σκιά χάθηκες
πριν αφεθώ και πάλι στο κενό
φιλώ γλυκά την ακανόνιστη μορφή σου
και εσύ με χαϊδεύεις με μια σελίδα ζεστή και τόσο απόκοσμη..
με ένα κόκκινο λεμόνι σκουπίζεις τα δάκρυα μου
και αφανίζεσαι μέσα στις φλόγες αρπάζοντας μου το μολύβι..
DHMHTRHS GEORGAS
WOLFALAIRE


