Κούμπωσα τις αναμνήσεις
σ’ ένα παλτό
και το φόρεσα,
με δυσκόλεψαν
τα κουμπιά στο γιακά
εκείνη την κρύα νύχτα…
Τα σκαλοπάτια τέλειωσαν…
βρέθηκα στον δρόμο με τις Ακακίες
όχι τυχαία ίσως…
ακόμα έσταζε το ρετσίνι
στον χαραγμένο με τ’ όνομα σου
κορμό του δέντρου
με την σπασμένη λεπίδα
απ’ το μαχαίρι μου
πεταμένη στο χώμα,
παραχωμένη απ’ τον χρόνο
ανάμεσα σε αγριόχορτα
και πέτρες – χτυπήματα καρδιάς…
Το ζεστό χαμόγελο
στις κορυφές των δέντρων
που συναναστρέφονταν τον ήλιο,
είχε χαθεί…
παραχωρώντας την θέση του
στην απόγνωση μιας βροχής
που θέλει να ξεσπάσει
μα δεν μπορεί ο εγωισμός
να της ανοίξει την πόρτα
να την αφήσει ελεύθερη…
κρατώντας τα δάκρυα όμηρο
στα μπερδεμένα και βουβά
ανερμήνευτα συναισθήματα…
Κι όταν ξέσπασε επιτέλους η μπόρα
και ξέπλυνε τα δάκρυα,
τα τραύματα και τις πληγές,
φανερώνοντας
τα απαίσια πρόσωπα
ανεγκέφαλων τρόπων,
τα αχτένιστα βρώμικα μαλλιά
των αχαρακτήριστων συμπεριφορών
και τα ύπουλα χτυπήματα
στιγμιαίων ακαταλόγιστων λαθών…
Τότε….
Αν και ακόμα Άνθρωπος
Καταλαβαίνεις,
πόσο δεν θα θελες Ποτέ
να ξαναπεράσεις
από τον δρόμο
με τις Ακακίες…
στο άγριο και ανεξερεύνητο
δάσος
των ανθρώπινων
τρόπων...
στον γλιστερό - επικίνδυνο δρόμο
με τις Ακακίες των Ανθρώπων…
Νίκος Στυλιανού
Δεκ' 2013


