Πρόβαλλε ο ήλιος στην αγκαλιά του ουρανού
και της αγάπης χάδια άφησε στα μαλλιά της.
Ταξιδευτής ονείρου παρέδωσε το στέμμα του
στην κοπέλα να το φορέσει που έκανε τον όρκο.
Φεγγάρι μυρωμένο άστραφτε στις παλάμες της,
της θάλασσας οι ψίθυροι την συγκλόνιζαν ακόμη.
Έπλεκε στον άνεμο με τ’ απαλά της δάχτυλα
τα χρώματα του έρωτα για να τον πλανέψει.
Το διαμαντένιο δάκρυ έτρεξε στα μάτια της·
ήταν της καρδιάς το ασυγκράτητο ξεχείλισμα
για να ζεστάνει ο πύρινος ήλιος τις μεταξένιες πλάτες της.
Πνοή του ζέφυρου ας την ταξιδέψει
εκεί που ζει μοναχικό το παλικάρι της,
ν’ ακούσει τη φωνή του που σκάει σαν κύμα
στ’ αφροστόλιστα, στα νοτισμένα βράχια.
«Καλωσήρθες του νου μου γλυκό βάσανο
και της ψυχής μου ευτυχέστερη ώρα.
Την ανάσα σου νιώθω στα χείλη μου,
τη μυρωδιά του ιδρώτα σου στο σώμα μου».
Χρυσοκέντητη η απάντηση της μοναχικής γοργόνας
που σκεπάστηκε το αραχνοΰφαντο πέπλο του ονείρου
για να δείξει στη θάλασσα τον δρόμο του ήλιου.
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Νέα Αγχίαλος Βόλου


