Στις χαράδρες του φεγγαριού
εκεί που αναβλύζει το φως των άστρων
τα κοράκια της νύχτας φόρεσαν
στα φτερά τους τα αναφιλητά του θανάτου .
Και εγώ ,καρδιά μου,
νεκρή μέσα στους νεκρούς μου,
Άρτεμη που χάθηκε
στα ίδια της τα δάση
μικρή παιδούλα αθώα
στο άγγιγμα του φόβου στα μάτια
μικρής λαβωμένης ελαφίνας ,
τρυφερά έσκυψα πάνω της
σαν καλοκαιρινή βροχούλα
την σκόνη του θανάτου
να διώξω μακριά της
και μαγεμένη από το τραγούδι της
πέταξα φαρέτρα και βέλη μακριά μου
και από τότε τις νύχτες τριγυρνάω
στα δάση τα δικά της
σαν οδοιπόρος που ξέχασε
τον δρόμο της επιστροφής
πίνοντας της λήθης το νεράκι.
Βάσω Μπρατάκη


