Σε αντάμωσα την ώρα που έβγαινα από μια θύελλα
κρατώντας βαθιά κάτω από το δέρμα
τον όρκο να ξανάβρω και πάλι μια στάλα ήλιο,
θα ήταν θυμάμαι την ώρα που έφευγε η ημέρα
ή μάλλον καλύτερα
την ώρα που άρχιζε η νύχτα
τότε που πάλευα με την σιωπή μου
μην έχοντας την δύναμη να πλάσω καινούργια λόγια.
Σε αντάμωσα περπατώντας γυμνή
πάνω από τα κρύα μάρμαρα
κρατώντας βαθειά μέσα στην σκέψη
το όνειρο για το τρυφερό άγγιγμα ενός ζεστού ανέμου
τις νύχτες που γλυστρούσε ο χρόνος
σιωπηλό φίδι ανάμεσα στα άσπρα μάρμαρα
νεκρά κουφάρια που ξυπνούν την φωνή μου
μια φωνή που μιλάει για περασμένα ναυάγια .
Σε αντάμωσα τις νύχτες που έθαβα
κλαίγοντας τους νεκρούς μου
κρατώντας στην θύμιση
μια στάλα από το δικό τους αίμα
ΕΣΕΝΑ την ξεθαμμένη μορφή μιας ΕΡΙΝΥΑΣ .
ΒΆΣΩ ΜΠΡΑΤΑΚΗ


