Άκουσα τον ψίθυρο να σέρνεται
και σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου.
Φόρεσα το καινούριο πανωφόρι,
μα τα παπούτσια ήταν παλιά,
κι’ αταίριαστα.
Βγήκα στον δρόμο,
προσπαθώντας να βρω τα σκαλοπάτια.
Κι’ όταν τα βρήκα,
άρχισα να τ’ ανεβαίνω,
ως ότου ίδρωσα.
Μα τα παλιά παπούτσια μου,
δεν άντεξαν στην φθορά.
Και συνέχισα ξυπόλυτος,
ώσπου σε βρήκα,
να κάθεσαι στ’ ακρογιάλι,
και να σου ψιθυρίζουν τα κύματα.
Έκατσα δίπλα σου
και συ άρχισες να γελάς, παράξενα..
Κοιτώντας με ντυμένο γιορτινά,
μα τα πόδια μου
πρησμένα και ξυπόλυτα.
Απότομα,
έσπρωξες το πανωφόρι μου
που γλίστρησε στο χώμα,
αφήνοντας με γυμνό.
Και τότε σοβαρεύτηκες
και μου’ δειξες τα κύματα
κι’ αυτά γυμνά να τρέχουν.
Με πηρές απ’ το χέρι
και μου’ πες,
πως τώρα είμαστε έτοιμοι,
να τ’ ακολουθήσουμε,
ως την άκρη του κόσμου !
Νίκος Στυλιανού