Τα παιδικά τα μάτια μας ωρίμασαν
πρωτού της ώρας τους,δοκίμασαν
κατάμεστο της πίκρας το ποτήρι
κι έμειν,η γεύση του στυφή
και μόνιμη στα χείλη.
Τα πεύκα τα χιλιόχρονα τα κάψανε
τα μαύρα δάση κι οι καρδιές μας κλάψανε
Δακρύσανε τα κάστρα,το φεγγάρι
στης μάνας την οδύνη
που ζητά το παλληκάρι.
Ορφάνεψαν οι δρόμοι από παιδιά
μες τις αυλές μαραζωμένα γιασεμιά
τα περιστέρια της ειρήνης τα κυνήγησαν
στης πράσινης γραμμής το συρματόπλεγμα\
ξεψύχησαν
Στις κόρες των ματιών μας ομιλεί ,
πελώριο τριανταπεντάχρονο «ΓΙΑΤΙ?»
Που οπνίξανε το δίκιο στο συμφέρο
κι οι δήθεν φίλοι μας
μας ρίξαν καταμέρο.
Μα κι αν ανήμπορους μας κάψαν οι εχθροί
μαρμαρωμένη η ελπίδα καρτερεί.
Να’ ρθει και πάλι του Βορρά η λευτεριά
που θα μας πάρει στα φτερά της
για την άλλη την μεριά.
Που δεν ξεχνάμε! Στο μυαλό μας θυμιατάρι
κρατούμε αμάραντο του Πενταδάκτυλου θυμάρι
κι από την Μόρφου μυρωδιά πορτοκαλιάς
Σαν μας μεθύσει το νερό ,
Στο κεφαλάρι της τζιυρκάς.
2010/10/18 Maroulla Panagou


