-τι ακουω. Ποιος είναι εκει περα;
-ειμαι ο Ελγιν. Αγγλος λορδος, πρεσβευτης κ κλεβω τα μαρμαρα του Παρθενωνα.
Περικλης , Φειδιας, Ικτινος κ Καλλικρατης ηταν πανω από κατι σχεδια κ συζητουσαν. Κτυπησε η πορτα. Ηταν ο αγγελιοφορος. Ειχε σταλει στο μαντειο των Δελφων για καποιο χρησμο. Ηταν ένα ερωτημα κατά ποσον αυτό που θα κατασκευαζαν θα ειχε διαρκεια. Το μαντειο των Δελφων εδωσε ένα χρησμο ως συνηθως διφορουμενο. Ειπε: «η μοιρα Του, μοιρα θνητων. Θεος η μοιρα Του». Πραγματικα διφορουμενος χρησμος. Ο ηθοποιος Γιωργος Φουντας, στο εργο « Στελλα», να σκοτωνει την αγαπημενη του Στελλα κ ταυτοχρονα να αγκαλιαζονται κ αυτή να του λεει :«φίλα με Μιλτο, φιλα με».Να πεθαινει στα χερια του, στην αγκαλια του. Αγκαλιασμενοι. Διφορουμενη σκηνη.
Κλεμμενα μαρμαρα του Παρθενωνα.
Οι τεσσερις ανδρες, ο Περικλης, ο Φειδιας, ο Ικτινος κ ο Καλλικρατης κοιταχτηκαν στα ματια. Υστερα γυρισαν στον ουρανο. Ο Αττικος ουρανος! Στα λιγο πιο παλια χρονια από μας, αν καποιος ειχε προβληματα υγειας, οι γιατροι τον εστελναν στην Αθηνα ,στο θαυμασιο κλιμα της, στον Αττικο ουρανο της.
Κοιταξαν τον Αττικο ουρανο, σαν ιθαγενεις ινδιανοι που ψαχνουν να βρουν σημαδια πανω του, για να καθορισουν την θεση τους, για να παρουν αποφασεις. Οσο κ αν εψαξαν δεν βρηκαν κατι , εστω λιγο καπνο, ένα πουλι να πετα, καποιο συννεφο. Κανενα σημαδι. Απολυτος τιποτε. Πεντακαθαρος ουρανος, χωρις κανενα ψεγαδι. Σαν να τους αφηναν οι θεοι μονους τους να αποφασισουν τι να κανουν. Ουτε καν η Θεα της Αθήνας, Αθηνά, δεν φανηκε πουθενα. Η αποφαση ηταν αποκλειστικα δικη τους.
Γυρισαν στα σχεδια τους κ αρχισαν να συζητουν για τον ναο. Ο Φειδιας ηθελε ένα ναο αξιο του ανθρωπου, όχι των θεων.Το αετωμα του κ ολη του η κατασκευη θα εδειχνε τα κατορθωματα των ανθρωπων κ το μεγαλειο τους. Θα νομιζες οτι ο Παρθενωνα είναι ναος της θεας Αθηνας. Λαθος. Είναι ένα μνημειο για τον Ανθρωπο. Ο Ναος του Ανθρωπου. Ο ουμανισμος στο μεγαλειο του.
Κατω από την Ακροπολη, κατω από τα ποδια του Παρθενωνα βλεπω καπνους. Είναι η εποχη του γυψου. Χουντα,
τανκς,
τανκς διαφορων σημαιων. Τανκς,
ο ανθρωπος κρυμμενος πισω από σιδερα,
μια παρελαση από τανκς,
στα ποδια Του. Καμια φορα ερχονται κ διπλα Του, γυριζουν κ την κανη τους εναντιον Του κ τον κτυπουν.
Ακουγονται κ κατι νεανικες φοιτητικες φωνες πιο κατω. Βαζει το αυτι του κ κρυφακουει, σαν να προσεχει να μην τον υποψιαστουν.
Αθηνα 2013. Ακουω ότι εχουν κριση. Ο κοσμος δεν εχει να φαει κ τα λεφτα εχουν σταλει με τις κούτες κ τις νταληκες στην Ελβετια. Αμετρητα δρομολογια. Υπερωριες.
Παρθενωνας. Λαβωμενος, γεματος αιματα.
Βλεπει ένα χαρτι πεταμενο, ξεχασμενο, στα ποδια Του. Σκυβει ετσι λαβωμενος κ το σηκωνει. Ειναι ενα σεναριο απο ταινια. Διαβαζει: «Χρησμος, Δελφοι 438πΧ. Η μοιρα Του, κοινη μοιρα θνητων. Θεος η μοιρα Του».
Διπλωσε το χαρτάκι, το εκανε ένα αεροπλανακι κ το εριξε με δυναμη, που αρχισε να πεταει στο Αττικο ουρανο, συνοδευεομενο από ένα δυνατο τρανταχτο χαμογελο Του, που εκανε τα γυρω βουνα να ξυπνησουν από τον ληθαργο τους κ τα αγρια ζωα που ειχαν απομεινει μεσα στα δαση τους να τρεχουν φοβισμενα να κρυφτουν,
εχοντας σαν ζωγραφιες πανω στο ασπρο του χαρτι, σταγονες από αιμα,
η σημαια Του,
κοκκιναδι γυναικειου κραγιον

